Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

make sth illegal


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο illegal παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: make | sth

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
illegal adj (against the law)παράνομος επίθ
 Taking things that aren't yours is illegal.
 Το να παίρνεις πράγματα που δεν είναι δικά σου είναι παράνομο.
illegal adj figurative (against the rules)απαγορευμένος μτχ πρκ
  που δεν επιτρέπεται περίφρ
  (μεταφορικά)παράνομος επίθ
  (επίσημο)παράτυπος επίθ
 The chess player wasn't paying attention and made an illegal move.
 Ο σκακιστής δεν έδωσε προσοχή και έκανε μια κίνηση που δεν επιτρεπόταν.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
illegal n pejorative, offensive (illegal alien)λαθρομετανάστης, λαθρομετανάστρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
  παράνομος μετανάστης, παράνομοι μετανάστρια επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ
  (αργκό, αποδοκιμασίας)λάθρο ουσ αρσ άκλ
 There are a lot of illegals working on the farms in this state.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
illegal action n (violation of law)παράνομη πράξη, παράνομη ενέργεια επίθ + ουσ θηλ
 Although many people do it, speeding is still an illegal action.
illegal alien n ([sb] unlawfully in a country)παράνομος μετανάστης, παράνομη μετανάστρια επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ
  μετανάστης χωρίς έγγραφα, αλλοδαπός χωρίς έγγραφα περίφρ
  (πιο αρνητική έννοια)λαθρομετανάστης, λαθρομετανάστρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
 Philip was found to be an illegal alien and deported.
illegal detention n (holding [sb] in custody unlawfully)παράνομη κράτηση ουσ θηλ
 Illegal detention is recognized internationally as a human rights abuse.
illegal operations npl (illicit business dealings)παράνομες δραστηριότητες, συναλλαγές ουσ θηλ πλ
 The oil company is being taken to court for illegal operations in Nigeria.
illegal tender n (money that is not valid currency)νομικά άκυρο χρήμα, μη αποδεκτό χρήμα φρ ως ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'make sth illegal' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση make sth illegal στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «make sth illegal».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!